ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Όταν το 1923 οι «Ισχυροί της Ευρώπης» αποφάσιζαν να ξεκληρίσουν τους Έλληνες κατοίκους του Πόντου από τις πατρογονικές τους εστίες , δεν μπορούσαν να φανταστούν πως οι ίδιοι οι ξεκληρισμένοι και τα παιδιά τους θα έστηναν έναν άλλο Πόντο στη μάνα Ελλάδα . Έναν Πόντο χτισμένο όχι πάνω στα ίδια άγια χώματα , αλλά πάνω στις ίδιες αξίες που για 2600 χρόνια τους κράτησαν Έλληνες-Τραντέλληνες μέσα σε εχθρικούς λαούς .

Η πρώτη γενιά των Ποντίων προσφύγων όρκιζε τα παιδιά της να μη λησμονήσουν τα άγια χώματα.

«Μεγαλώνετε Ποντιόπουλα , όχι με παραμύθια

αλλά με τις ιστορίες , τους ηρωισμούς και τα πάθη των προγόνων σας».

Έχοντας ως μόνο εφόδιο τη φτώχεια τους , ρίχτηκαν ενάντια στην ίδια τη ζωή . Ρίζωσαν και θέριεψαν σε πείσμα όσων πίστευαν ότι

θα αφανιστούν , αυτοί , οι απόγονοι των «Ακριτών του Πόντου». Πιστοί όμως στις επιταγές των προγόνων τους δε ξέχασαν το χρέος τους .

(Στ.Χαρ.Ευθυμιάδης)

Μετά το ΄22, το ΄23, ίσως κάποιοι το ΄24 και πιθανόν μερικοί πρωτύτερα από αυτά τα χρόνια-ορόσημο, οι Πόντιοι της Θέρμης, αυτοί της πρώτης γενιάς, διωγμένοι και αποσπασμένοι βίαια από τις πατρογονικές τους εστίες, φτάνουν στην Καλαμαριά, «’ς σην καλήν μερέαν», σε εκείνο « το λοιμοκαθαρτήριο» ψυχών και ανθρώπων. Δε φεύγουν μακριά, όταν έρχεται η ώρα της εγκατάστασής τους κάπου, σε κάποιον τόπο. Τολμηροί; Ριψοκίνδυνοι; Ποιος ξέρει; Αψηφούν την ελονοσία που θέριζε στους κάμπους κι αποφασίζουν να μείνουν σ’ ένα χωριό σε κάμπο, δίπλα στη Θεσσαλονίκη, αλλά και δίπλα σε…βάλτο. Ήταν άραγε η απόφαση του ανθρώπου που τα είχε δει πια όλα και δεν τον φόβιζε τίποτε; Ή μήπως η άγνοια της αρρώστιας; Ποιος άραγε από την πρώτη γενιά των προσφύγων θα μπορούσε να μας απαντήσει; Ίσως, εξάλλου, να μην έχει πια και καμιά σημασία…

Σε αυτόν τον τόπο λοιπόν, αποφάσισαν αυτοί ή η μοίρα, να κάνουν καινούριες ρίζες. Να προσπαθήσουν τουλάχιστον…για μια «δεύτερη» ζωή στην ιστορική πατρίδα. Που δεν έμοιαζε βέβαια σε τίποτε με εκείνη που άφησαν. Έφτιαξαν όμως σπίτια, μπαξέδες, μποστάνια και χωράφια με τον ιδρώτα τους και με τη δύναμη των χεριών και – κυρίως-της ψυχής τους. Έκαναν και παιδιά κι εγγόνια, που μεγάλωσαν, πήγαν στο σχολείο, μερικές φορές δέχτηκαν και τις λοιδορίες των άλλων. Ήταν βλέπετε

« οι αούτοι» που μιλούσαν μια άλλη γλώσσα, όχι τόσο ακαταλαβίστικη, αν κάποιος την άκουγε με προσοχή, όσο αλλιώτικη, διαφορετική από αυτήν που μιλούσαν οι κάτοικοι εδώ.

Και, φαντάζεται κανείς την ειρωνεία- να είναι η γλώσσα τους «τα Ρωμέικα» ακόμη και για τους Τούρκους- κι εδώ, για τους υπόλοιπους Έλληνες, αυτή η γλώσσα να γίνεται «τα Ποντιακά», ξένη κι άγνωστη, σχεδόν απόβλητη από την ελλαδική κοινωνία της εποχής; Έτσι, η γλώσσα τους ατόνησε. Προσπαθούσαν να μιλούν « ποντιακά» μόνο μεταξύ τους κι όχι με τα παιδιά τους , για να μη θεωρούνται αυτά «ξένο σώμα» από τους φίλους, τους συμμαθητές, τους δασκάλους τους στο σχολείο.

Αλλά τα χρόνια πέρασαν, οι πληγές σιγά- σιγά έκλειναν. Ενσωματώθηκαν στη ζωή του νέου τόπου. Έγιναν κομμάτι του αναπόσπαστο. Κι αφού οι βιοτικές ανάγκες άρχισαν να ικανοποιούνται στη φτωχή Ελλάδα, οι άλλες «ανάγκες», αυτές της ψυχής και του πνεύματος, άρχισαν να αναδύονται, να προβάλλουν επιτακτικές για να ικανοποιηθούν μέσα από τη φαντασία, τη διάθεση για ζωή και δημιουργία των νέων Ποντίων.

Έτσι, στα 1973, ήρθε φαίνεται « το πλήρωμα του χρόνου». Τριάντα ένας Πόντιοι της Θέρμης και του Τριαδίου αποφασίζουν να ιδρύσουν το δικό τους σύλλογο, το δικό τους Σωματείο με την επωνυμία «Σωματείο Παναγία Σουμελά Θέρμης». Για να μπορούν έτσι πιο οργανωμένα να βρίσκονται, να ακούν τη μουσική της λύρας τους, να χορεύουν τους χορούς τους και να μπορούν να τους μαθαίνουν και στα παιδιά τους, να αναγνωρίζουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους. Να μην ντρέπονται αλλά να είναι περήφανα για αυτήν. Να ντύνονται με «τα ζίπκας και τα ζουπούνας» και να χορεύουν με αυτά. «Στο τιμόνι» βρέθηκαν τότε ο Γιώργος ο Τσιτλακίδης, ο Γιώργος ο Αηδονίδης, ο Παντελής ο Κυρκενίδης –ελαφρύ το χώμα που τους σκεπάζει- ο Ευθύμης ο Βασιλειάδης και ο Χαράλαμπος ο Παναγιωτόπουλος-και λυράρης του Σωματείου για πολλά χρόνια.

Ο σπόρος είχε πέσει. Και έφερε ρίζες βαθιές και στέρεες. Φύτρωσε , πέταξε βλαστούς, κλαδιά, φύλλα αλλά και λουλούδια και καρπούς. Και φούντωσε και θέριεψε…Χοροί, εκδηλώσεις, πανηγύρια, εμφανίσεις στη Θέρμη, στη Θεσσαλονίκη αλλά και σε πολλά μέρη της Ελλάδας με

«το μικρό και το μεγάλο συγκρότημα».Τα παιδιά στα χορευτικά πληθαίνουν, ένα πραγματικό φυτώριο. Τα μέλη και οι φίλοι του Σωματείου αυξάνονται. Αρχίζει να γίνεται γνωστό. Και είναι το πρώτο

« εθνοτοπικό» Σωματείο που δημιουργείται σε μια Θέρμη που φιλοξενεί αρκετές από «τις φυλές των Ελλήνων».

(Ευρ.Απ.Παπαδοπούλου-Από το εισαγωγικό σημείωμα στο CD της χορωδίας του Σωματείου)